κρύος


κρύος
мороз

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κρύος" в других словарях:

  • κρύος — icy cold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύος — (I) α, ο και κρύγιος ια, ιο (AM κρύος, α, ον, Μ και κρύγιος, ια, ιο) νεοελλ. μσν. 1. αυτός που έχει χαμηλή θερμοκρασία, ψυχρός (α. «τα πόδια μου είναι συνεχώς κρύα» β. «ο καφές είναι κρύος») 2. αυτός που υστερεί σε ζωηρότητα ή εγκαρδιότητα ή… …   Dictionary of Greek

  • κρύος — [криос] ас. холодный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κρύος — α, ο επίρρ. α 1. ψυχρός: Σήμερα έχουμε κρύο καιρό. 2. άτονος, αυτός που υστερεί σε ζωηρότητα: Του έκαναν κρύα υποδοχή. 3. ανούσιος, σαχλός: Είναι κρύα γυναίκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρύει — κρύος icy cold neut nom/voc/acc dual (attic epic) κρύεϊ , κρύος icy cold neut dat sg (epic ionic) κρύος icy cold neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύη — κρύος icy cold neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) κρύος icy cold neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυέων — κρύος icy cold neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύεσι — κρύος icy cold neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύεσιν — κρύος icy cold neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύους — κρύος icy cold neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • kreu-1, kreuǝ- : krū- ; kreus-, krus- —     kreu 1, kreuǝ : krū ; kreus , krus     English meaning: blood, raw flesh; ice, crust     Deutsche Übersetzung: 1. “thick, stockendes Blut, blutiges, rohes Fleisch”, presumably “geronnen (vom Blut)”, in addition eine 2. group kreus , krus for… …   Proto-Indo-European etymological dictionary